βίβημι

βίβ-ημι, poet. collat. form of βαίνω,
A to stride, used by Hom. only in part.,

μακρὰ βιβάς Il.7.213

, al.;

ὕψι βιβάντα 13.371

, al. (v. foreg.): [dialect] Dor. [ per.] 3sg. βίβαντι Epigr.[dialect] Lacon. ap. Poll.4.102.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βιβάντα — βίβημι to stride pres part act neut nom/voc/acc pl (epic) βίβημι to stride pres part act masc acc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιβᾶσα — βίβημι to stride pres part act fem nom/voc sg (epic) βιβάω stride pres part act fem nom/voc sg (doric) βιβάζω cause to mount fut part act fem nom/voc sg (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιβάντος — βίβημι to stride pres part act masc/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιβάσας — βιβά̱σᾱς , βίβημι to stride pres part act fem acc pl (epic) βιβά̱σᾱς , βίβημι to stride pres part act fem gen sg (epic doric aeolic) βιβά̱σᾱς , βιβάω stride pres part act fem acc pl (doric) βιβά̱σᾱς , βιβάω stride pres part act fem gen sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαίνω — (AM βαίνω) προχωρώ νεοελλ. εξελίσσομαι, φέρομαι («βαίνει προς βελτίωσιν») αρχ. μσν. βαδίζω, περπατώ μσν. 1. περνώ, διαβαίνω 2. προπορεύομαι αρχ. Ι. 1. ανεβαίνω («ἐπὶ νηός ἔβαινεν», «ἐφ ἵππων βάντες», «ἐπί πῶλον βεβῶσα», «βήσασθαι δίφρον») 2.… …   Dictionary of Greek

  • υψιβιβάς — ὁ, Α αυτός που περπατά υπερήφανα, αγέρωχα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὕψι «ψηλά» + βιβάς (< ρ. βίβημι / βαίνω «περπατώ»)] …   Dictionary of Greek

  • βιβάς — βιβά̱ς , βίβημι to stride pres part act masc nom/voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιβάσαι — βιβά̱σᾱͅ , βίβημι to stride pres part act fem dat sg (epic doric aeolic) βιβά̱σᾱͅ , βιβάω stride pres part act fem dat sg (doric) βιβά̱σᾱͅ , βιβάζω cause to mount fut part act fem dat sg (attic doric) βιβάζω cause to mount aor inf act βιβάσαῑ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βιβάσῃ — βιβάσηι , βίβασις a Spartan dance fem dat sg (epic) βιβά̱σῃ , βίβημι to stride pres part act fem dat sg (attic epic ionic) βιβάζω cause to mount aor subj mid 2nd sg βιβάζω cause to mount aor subj act 3rd sg βιβάζω cause to mount fut ind mid 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προαναβιβάσαι — προαναβιβά̱σᾱͅ , πρό , ἀνά βίβημι to stride pres part act fem dat sg (epic doric aeolic) προαναβιβά̱σᾱͅ , πρό , ἀνά βιβάω stride pres part act fem dat sg (doric) προαναβιβά̱σᾱͅ , πρό ἀναβιβάζω make to go up fut part act fem dat sg (doric)… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προβιβάς — προβιβά̱ς , πρό βίβημι to stride pres part act masc nom/voc sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.